28-12-2008
Του Μ. Αναστασίου
Αν και το «κραχ του 2008» δεν άφησε αλώβητες ούτε και τις λεγόμενες «πράσινες» μετοχές (-40% περίπου) – των εταιρειών δηλαδή, δραστηριοποιούνται σε τομείς που άπτονται των κλιματικών αλλαγών -, εντούτοις οι αναμενόμενες πολιτικές παρεμβάσεις και το δύσκολο συνολικά επενδυτικό περιβάλλον το 2009 κάνει αρκετούς επενδυτές να πιστεύουν πως ο τομέας θα επανέλθει δυναμικά ως θέμα επένδυσης το νέο έτος.
Αν το 2008, ήταν για τον τομέα, ιστορία δύο πόλεων τον Βρυξελλών και του Πόζναν, το 2009 δύο άλλες πόλεις οι Ουάσινγκτον και η Κοπεγχάγη θα καθορίσουν τις εξελίξεις.
Μπορεί το «πακέτο» για το κλίμα και την ενέργεια της Ευρωπαϊκής Ενωσης κατά τη Σύνοδο Κορυφής στις Βρυξέλες να άφησε μία γεύση «οπισθοδρόμησης» και η Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών στο Πόζναν της Πολωνίας να έδωσε την εντύπωση ενός αδιεξόδου και παρά την κριτική ότι οι κυβερνήσεις έχουν χάσει πια το «νεύρο» τους για τον τομέα, οι οικονομολόγοι και οι αναλυτές λένε πως όπως και έχει το πράγμα, η πρόοδος που έχει επιτευχθεί, θα στηρίξει την ανάπτυξη της καθαρής ενέργειας κατά τη διάρκεια της επόμενης δεκαετίας.
Και ενώ η Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών τον ερχόμενο Δεκέμβριο στην Κοπεγχάγη μπορεί να θέσει νέες βάσεις για τον τομέα παγκοσμίως, στην αρχή του νέου έτους τα μάτια όλων στρέφονται στον νέο πρόεδρο των ΗΠΑ κ. Μπαράκ Ομπάμα, καθώς η κυβέρνησή του εκτιμάται ότι θα αποδειχτεί μάλλον η πιο «πράσινη» απ’ όσες έχουμε δει στο παρελθόν στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Στο παρελθόν είχε εστιάσει το ενδιαφέρον του στις κλιματικές αλλαγές και την υπερθέρμανση του πλανήτη και κάτι τέτοιο αν και θα μπορούσε να είναι αρνητικό για τις παραδοσιακές εταιρείες ενέργειας, τα σχέδιά του θα μπορούσαν να ωφελήσουν τις εταιρείες εναλλακτικών πηγών ενέργειας, λένε οι αναλυτές. Μία πρώτη γεύση θα πάρουν οι επενδυτές κατά τις προγραμματικές του δηλώσεις στις 20 Ιανουαρίου, ενώ καλύτερες ημέρες αναμένονται σε ορίζοντα 200 ημερών, αναφέρουν ειδικοί του τομέα.
Η HSBC, πάντως, σημειώνει ότι οι επενδυτές των «πράσινων» μετοχών θα πρέπει να γνωρίζουν ότι το αδύναμο διεθνές χρηματιστηριακό κλίμα δεν ευνοεί μεγάλες κινήσεις στον τομέα το α’ και ίσως το β’ τρίμηνο του 2009, αλλά οι αποδόσεις στο σύνολο του έτους αναμένεται να είναι σχετικά θετικές. Σε αυτήν τη φάση ευνοεί τις μετοχές της αιολικής ενέργειας έναντι της ηλιακής και προτείνει για το πρώτο διάστημα του έτους «αυξημένες θέσεις» (Overweight) στις μετοχές των Iberdrola Renovables, EDF EN, Vestas και Gamesa.
Συνολικά, πάντως, οι τοπ επιλογές της αφορούν στους τίτλους των Bio-Energy, Diversified Renewable Energy, Gas, Hydro / Geothermal / Marine, Integrated Power, Nuclear, Solar, Wind, Building Efficiency, Energy Storage, Fuelcells, Industrial Efficiency, Transport Efficiency Pollution, Waste και Water.
Αλλοι αναλυτές, αναφέρουν επίσης πως το 2009 η αύξηση των επενδυτικών δαπανών σε έργα εναλλακτικής ενέργειας αλλά και η ευαισθητοποίηση για τη μόλυνση του περιβάλλοντος, διατηρούν το ενδιαφέρον για εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον χώρο της εναλλακτικής ενέργειας: Gamesa, Vestas (αιολική ενέργεια), Areva (πυρηνική ενέργεια), First Solar, Sun Power Corp, Suntech Power (ηλιακή ενέργεια).
Πέρα από τις προσδοκίες από τις ΗΠΑ και τις αισιόδοξες αναφορές από τις κύριες αναπτυσσόμενες οικονομίες, όπως η Βραζιλία, η Κίνα, η Ινδία, η Μεξικό και η Νότια Αφρική να επιταχύνουν τα σχέδια δράσης τους για τον τομέα τα μάτια στρέφονται και στην ΕΕ.
Η πολιτική της ΕΕ
Στις αρχές του 2008, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έθεσε ως στόχους να μειώσει την εκπομπή αερίων του θερμοκηπίου (κυρίως διοξειδίου του άνθρακα) κατά 20%, να αυξήσει τη χρήση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές στο 20% της συνολικής κατανάλωσης και να βελτιώσει την ενεργειακή απόδοση κατά 20%. Ολοι οι στόχοι θα έπρεπε να επιτευχθούν μέχρι το 2020. Η πρόταση της Κομισιόν βασίστηκε στην αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει» και στην ταυτόχρονη επιβολή ορίων εκπομπής αερίων του θερμοκηπίου. Δηλαδή, κάθε εταιρεία που εντάσσεται στο Σύστημα Εμπορίας Ρύπων (ETS) θα πρέπει να αγοράζει στο χρηματιστήριο ρύπων άδεια για κάθε τόνο CO2 που εκπέμπει.
Αν και για τους οικολόγους – και όχι μόνο – το τελικό πακέτο σχεδόν καταστρατηγεί την αρχή «ο ρυπαίνων πληρώνει», στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, υιοθετήθηκαν μέτρα που αυξάνουν τις προσδοκίες. Η HSBC, μάλιστα προβλέπει τώρα πως το μερίδιο των ανανεώσιμων ενεργειών στη συνολική «πίτα» θα υπερδιπλασιαστεί (από 9,3% σήμερα) τα επόμενα χρόνια.
Επιπρόσθετα μία παράμετρος που θα πρέπει να συνεκτιμηθεί από τους επενδυτές είναι πως καθώς το 2009 αναμένεται ο ανεπτυγμένος κόσμος να βιώσει τη χειρότερη ύφεση των τελευταίων 50 ετών, οι κυβερνήσεις ενισχύουν τις δημόσιες επενδύσεις για να τονώσουν τις οικονομίες, με αποτέλεσμα να αναμένεται ένα κομμάτι των επενδύσεων αυτών να ενισχύσει τον «πράσινο τομέα».
Η HSBC υπολογίζει π.χ. ότι περίπου το 14% των προτεινόμενων σχεδίων οικονομικής αναζωογόνησης της οικονομίας της ΕΕ αφορά σε θέματα που άπτονται των κλιματικών αλλαγών και της καθαρής ενέργειας.
Ετσι, η άποψη πως η οικονομική κρίση και η μείωση στις τιμές του πετρελαίου και γαιάνθρακα υπονομεύουν τις «πράσινες» επενδύσεις, ίσως και μην είναι ακριβής.
Οπως και έχει το πράγμα, το φαινόμενο του θερμοκηπίου, η διαχείριση των δασών, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η ανακύκλωση, το ευρωπαϊκό σύστημα εμπορίας ρύπων ΕΤS, η αγορά πιστοποιητικών διοξειδίου του άνθρακα στην Ευρώπη που φτιάχτηκε για να αυξηθεί το κόστος λειτουργίας ρυπογόνων μονάδων και για να προωθηθούν οι καθαρότερες τεχνολογίες, θα επηρεάσουν πολύ περισσότερο τη σύνθεση των επενδυτικών χαρτοφυλακίων στο μέλλον.
Η παγκόσμια αγορά για περιβαλλοντικά προϊόντα και υπηρεσίες προβλέπεται εξάλλου από τα 1,37 τρισ. σήμερα, να φθάσει τα 2,47 τρισ. δολάρια μέχρι το 2020.
Τα μισά από τα παραπάνω αφορούν τον τομέα της ενέργειας, ενώ τα υπόλοιπα στα μεταφορικά μέσα, στην προμήθεια νερού, στην υγιεινή και τη διαχείριση αποβλήτων. Οι τομείς που θα ξεχωρίσουν θα είναι η παροχή ενέργειας (κυρίως οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας), ο κατασκευαστικός – οικοδομικός τομέας (π.χ. ενεργειακά αυτόνομα κτίρια), οι μεταφορές και συγκοινωνίες, οι βασικές βιομηχανίες, η γεωργία, η δασοκομία, ο τομέας της ανακύκλωσης και της διαχείρισης απορριμμάτων κ.τ.λ..
Εταιρείες που αναπτύσσουν εναλλακτικά καύσιμα και εναλλακτική ενέργεια με τη χρήση ή την παραγωγή αιθανόλης και νέες τεχνολογίες παραγωγής ενέργειας, εταιρείες που ακολουθούν και υποστηρίζουν νέα πρότυπα για τη μείωση στην κατανάλωση οικιακής ενέργειας, εταιρείες που έχουν επενδύσει σε τεχνολογίες που αυξάνουν την αποδοτικότητα των καυσίμων (προηγμένα ντίζελ ή υβριδικά συστήματα ηλεκτρισμού/καυσίμου), αναμένεται να κερδίσουν μεγαλύτερο κομμάτι από την πίτα των επενδύσεων στο μέλλον.
Ακόμη και ο υπουργός Πετρελαίου της Σαουδικής Αραβίας δήλωσε πρόσφατα πως με τιμές πετρελαίου στα 75 δολάρια ανά βαρέλι θα μπορέσουν να τονωθούν οι επενδύσεις τόσο σε πετρέλαιο όσο και σε εναλλακτικές πηγές, που είναι απαραίτητες για τις μελλοντικές ενεργειακές ανάγκες του πλανήτη.
Τα οικολογικά επενδυτικά προϊόντα και οι ιστορίες… του νερού
Τα τελευταία χρόνια, επίσης, αναπτύχθηκε και μία βιομηχανία «ηθικών» funds τα οποία επενδύουν σε επιχειρήσεις που φέρνουν απτά αποτελέσματα στην καταπολέμηση της υπερθέρμανσης του πλανήτη, για παράδειγμα αισθητή μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα. Βέβαια, όσο οι αγορές μετοχών σημείωναν μεγάλη άνοδο, οι οικολογικές ανησυχίες των επενδυτών μπορούσαν να αποβούν και κερδοφόρες, αλλά σήμερα τα πράγματα μάλλον έχουν δυσκολέψει.
Ενας άλλος τομέας που για ορισμένους θεωρείται ακόμη και «πράσινος», αφού δεν ρυπαίνει το περιβάλλον (απλά αν τύχει, το καταστρέφει ολοκληρωτικά) είναι αυτός της πυρηνικής ενέργειας, καθώς αναμένεται δραματική αύξηση των νέων μονάδων ως το 2030, με κερδισμένο μάλλον και το ουράνιο.
Ενας τομέας, πάντως, που αναμένεται να σημειώσει μεγάλες αποδόσεις για τους επενδυτές τα επόμενα χρόνια είναι αυτός του νερού που θεωρείται από ορισμένους αναλυτές ως «το πετρέλαιο του 21ου αιώνα».
Στο εγγύς μέλλον, εξάλλου, οι ελλείψεις ύδατος θεωρούνται αναπόφευκτες, απόρροια ενός συνδυασμού πληθυσμιακής αύξησης, αστικοποίησης και αλλαγής του κλίματος.
Η παγκόσμια κατανάλωση νερού, σύμφωνα με την Goldman Sachs, διπλασιάζεται κάθε 20 χρόνια, ενώ η JP Morgan εκτίμησε πως μόνο οι πέντε παγκόσμιοι κολοσσοί στην παραγωγή τροφίμων και αναψυκτικών των Nestle, Unilever, Coca-Cola, Anheuser-Busch και Danone καταναλώνουν σχεδόν 575 δισεκατομμύρια λίτρα νερό τον χρόνο, το οποίο θα κάλυπτε τις ημερήσιες ανάγκες όλων των κατοίκων της γης.
Κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, εξάλλου, ενώ ο πληθυσμός της Γης υπερδιπλασιάστηκε, η κατανάλωση ύδατος εξαπλασιάστηκε. Δεδομένου ότι τα επόμενα 20 χρόνια ο παγκόσμιος πληθυσμός θα αυξηθεί 30%, φθάνοντας στα 8 δισεκατομμύρια και τα πραγματικά εισοδήματα κυρίως στις αναπτυσσόμενες οικονομίες αυξάνονται, η ζήτηση για νερό θα μεγαλώνει, επιβαρύνοντας σημαντικά το ισοζύγιο προσφοράς – ζήτησης, εκτίμησε και η Credit Suisse.
Ως το 2025, οι ετήσιες επενδύσεις στον τομέα από τα 370 δισ. δολάρια σήμερα, θα ξεπεράσουν τα 1,2 τρισ. δολάρια. Είναι ενδεικτικό ότι μόνο στον τομέα της αφαλάτωσης, η εν λόγω αγορά από τα 5 δισ. δολάρια σήμερα αναμένεται να ξεπεράσει τα 70 δισ. δολάρια ως το 2020. Οι ευκαιρίες επίσης για κέρδη από τεχνικές για την εξοικονόμηση ύδατος, όπως η ανακύκλωση, εμφανίζονται δελεαστικές, την ίδια στιγμή που η παγκόσμια αγορά του εμφιαλωμένου νερού, η οποία ξεπερνά πλέον τα 90 δισ. δολάρια, κινείται με ρυθμούς αύξησης άνω του 8% ετησίως, με τα περιθώριά της να είναι μεγάλα και τα επόμενα χρόνια.
Η έλλειψη νερού αναμένεται να έχει ως αναπόφευκτη συνέπεια την άνοδο της τιμής του, ενώ θα αυξηθεί ενδεχομένως και η ιδιωτική παροχή του αγαθού αυτού. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον είναι σίγουρο ότι πολλές χώρες αλλά και κάτοικοι αυτού του πλανήτη «θα πουν το νερό νεράκι», αλλά οι επενδύσεις στον εν λόγω τομέα μάλλον θα υπεραποδώσουν. Οι επιλογές της Deutsche Bank από τον τομέα αφορούν σήμερα τους τίτλους των Manila Water, Northumbrian Water, Pennon Group, Severn Trent, Sino-Environment Tech Group, Suez Environnement, Thai Tap Water Supply PCL και YTL Power.
Πηγή: Κέρδος, kerdos.gr